Πέμπτη 21 Ιουλίου 2005

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΙΤΣΑΣ

Η ΖΙΤΣΑ


«Ω Ζίτσα, από τον σύδεντρο και φουντωτό σου λόφο,
χαριτωμένο και ιερό προβάλλει μοναστήρι.
Εκείθε όπου κι αν ρίξουμε το βλέμμα, επάνω, κάτου,
τριγύρω μας, τι χρώματα κάθε λογής! Τι τόποι
με θέλγητρα μαγευτικά ξανοίγονται μπροστά μας!
Βράχοι, ποτάμια και βουνά και δάση, απ’ όλα πλήθος,
Κι ένας γαλάζιος ουρανός δίνει αρμονία σ’ όλα…
Του εξοχικού μοναστηριού λάμπουν οι άσπροι τοίχοι
στα δέντρα μέσα, που πυκνά το λόφο στεφανώνουν,
το φουντωμένο και υψηλό, που πλιό γιγαντωμένος
θα φαινόταν, αν γύρω του δεν ήσαν απλωμένα
αμφιθεατρικά βουνά, ψηλότερ’ από κείνον..»


Αυτή η θαυμάσια ποιητική εικόνα του θεώμενου από τη μονή του Προφήτη Ηλία τοπίου, αποτέλεσμα της φιλοξενίας του μεγάλου φιλέλληνα και ποιητή λόρδου Βύρωνα στο μοναστήρι , 13- 14 Οκτωβρίου 1809, συνετέλεσε στη δημιουργία ρεύματος περιηγητών οι οποίοι θέλησαν να γνωρίσουν από κοντά την περιοχή της Ζίτσας, που τόσο συνεπήρε τον εξέχοντα άγγλο επισκέπτη.
Επιπλέον, την εκπληκτική της τοποθεσία είχε εκτιμήσει ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, ο οποίος αφού δεν κατόρθωσε να την μετατρέψει σε τσιφλίκι του, συμβιβάστηκε με το να χτίσει εκεί, στη θέση Κούλια, μεγάλο ανάκτορο (σεράι) που αφέθηκε να κατερειπωθεί μετά την εξόντωσή του από τα σουλτανικά στρατεύματα.
Πράγματι η Ζίτσα είναι κτισμένη αμφιθεατρικά στη μεσημβρινή πλευρά του λόφου «Αϊλιά» και βρίσκεται βορειοδυτικά των Ιωαννίνων, από τα οποία απέχει 25 χιλιόμετρα. Έχει υψόμετρο 68ο μέτρα, με θαυμάσιο κλίμα και θέα τον απέραντο ορίζοντα, που φθάνει ως τα θεσπρωτικά παράλια. Οι γεωλογικές εξάρσεις του εδάφους της ευρύτερης περιοχής της, την οποία ορίζουν δυτικά ο ποταμός Καλαμάς, ανατολικά η λεκάνη της Λαψίστας, βόρεια εκείνη του Μαζαρακίου- Λιγοψάς, και νότια το ρέμα της Κληματιάς, σχηματίζουν μια χαμηλή ορεινή ζώνη ανάμεσα στα βουνά Μιτσικέλι και Κασιδιάρη, που ακολουθεί τη γενικότερη κατεύθυνση της οροσειράς της Πίνδου. Συνορεύει με τα χωριά Καρίτσα, Κουτρουλάδες (Σακελλαρικό),Μπουρντάρι (Δαφνόφυτο), Πρωτόπαππα, Νεοχώρι, Λιγοψά, Βατάδες, Μαζαράκι και Λίθινο.
Η ίδρυση της κωμόπολης είναι πολύ παλιά και ανάγεται στις αρχές του 15ου αιώνα, χωρίς να υπάρχει τεκμηριωμένη ιστορική μαρτυρία. Είναι πιθανόν να προϋπήρχε εκεί από την εποχή των Σέρβων μικροσυνοικισμός, αμυντικού χαρακτήρα, στον οποίο και έδωσαν το οικείο σ’ αυτούς όνομα Ζίτσα. Μετά την αποχώρησή τους, στην περιοχή ήρθαν μέτοικοι από τα παρακείμενα μικρά χωριά Καμίνια, Πογδορά και Ζαραβέλια, που βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του βουνού «Κολοβούτσελο», πολύ κοντά το ένα στο άλλο και ήθελαν ένα πιο απομονωμένο μέρος για ν’ αποφύγουν τις επιδρομές και τις λεηλασίες των αλβανικών ορδών, αυτές κατέβαιναν πλέον ανεμπόδιστα από το κοντινό δρόμο «Δερβένι- Κλεισούρα», μετα τη δολοφονία στα 1384 του σέρβου δεσπότη των Ιωαννίνων Θωμά Πρελιούμποβιτς, του καλούμενου και Αλβανητοκτόνου. Πολύ αργότερα, πιθανώς κατά τα τέλη του ΙΗ΄ αιώνα, οι κάτοικοι ή μέρος των κατοίκων του χωριού Γραμμενιοί , που βρίσκονταν βόρεια του Σακελλαρικού (Κουτρουλάδες) και ανατολικά των Πατέρων Λιθίνου, προσχώρησαν κι αυτοί στον πληθυσμό της Ζίτσας και συνέβαλαν στην αύξησή του, μετά από διάλυση του δικού τους οικισμού. Οι νεοφερμένοι εγκαταστάθηκαν αρχικά στην περιοχή του Μεγάλου Μαχαλά, με τα σημερινά γνωστά όριά του και με κέντρο την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, ενώ ο μικρός Μαχαλάς κτίστηκε πολύ αργότερα, λόγω της αύξησης του πληθυσμού. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας η Ζίτσα ανάμεσα στα 34 χωριά, που ήταν κάτω από την προστασία της Βασιλομήτορος (Βαλιδέ σουλτάνας), ενώ στα 1788 αφιερώθηκε μαζί με τα χωριά της Κάτω και Άνω Λαψίστας, Περάματος και Μπισδουνόπουλου στα ιερά καθιδρύματα της Μέκκας μέχρι την απελευθέρωση, πληρώνοντας το φόρο της δεκάτης κατά την περίοδο της κυριαρχίας του Αλή Πασά αποτελούσε μαζί με το Νησάκι της λίμνης τα μόνα τμήματα της επαρχίας Κουρέντων που δεν είχαν γίνει τσιφλίκια του. Η διοίκησή της ήταν στα χέρια των ντόπιων Μουχταροδημογερόντων (Πρόεδρος και Συμβούλιο) και Τούρκος δεν είχε πατήσει τα χώματά της. Για τα σύνορα της κωμόπολης υπήρχε ανέκαθεν διαμάχη με τους κατοίκους των γειτονικών ωριών, με αποτέλεσμα τη συνεχή αντιπαλότητα και τη δημιουργία θερμών επεισοδίων , μέχρις ότου κατά τη χρονική περίοδο 1933-1940 κατοχυρώθηκαν δικαστικώς.
Οι κάτοικοι της Ζίτσας, που διακρίνονταν για το αναπτυγμένο θρησκευτικό τους συναίσθημα, κόσμησαν τον τόπο τους με πολλές εκκλησίες, καθώς κάθε συνοικία αποτελούσε ξεχωριστή ενορία και είχε τη δική της εκκλησία για να λειτουργείται και το δικό της εφημέριο.
Ενοριακές εκκλησίες στο Μεγάλο Μαχαλά ήταν:
1. Του Αγίου Νικολάου
2. Της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που ήταν το καθολικό της γυναικείας μονής των Καλογραιών με θαυμάσιες τοιχογραφίες του 17ου αιώνα και σπουδαίες εικόνες.
3. Της Αγίας Παρασκευής (κοντά στις κοινοτικές στέρνες) και
4. Του Αγίου Ιωάννου

Και στο Μικρό Μαχαλά :
1. Των Ταξιαρχών
2. Του Αγίου Δημητρίου
3. Της Γεννήσεως της Θεοτόκου
4. Του Αγίου Νικολάου

Από τις εκκλησίες αυτές του μεγάλου Μαχαλά, αυτή του Αγίου Νικολάου, στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα, υπερώον και παλαιότερα χαγιάτι, κατεδαφίστηκε για να κτισθεί εκ βάθρων στα 1890 από τον ευεργέτη της κοινότητας Δημ. Λιόντο, διατηρεί μέχρι σήμερα την αυθεντικότερη σε φορητή εικόνα προσωπογραφία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, καθώς και πολλά άλλα κειμήλια, που έχουν συγκεντρωθεί σήμερα εκεί από ερειπωμένες ή κατεδαφισμένες εκκλησίες και ξωκλήσια της περιοχής. Οι εκκλησίες της Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας έχουν συντηρηθεί, χάρις στη συνδρομή των ίδιων των κατοίκων, ενώ η ερειπωμένη του Αγίου Ιωάννη έχει ανακαινισθεί εκ θεμελίων. Την ίδια αγαθή τύχη δεν είχαν και οι εκκλησίες του Μικρού Μαχαλά, από τις οποίες διατηρείται μόνον εκείνη των Ταξιαρχών, που ιστορήθηκε το 1648 με θαυμάσιες τοιχογραφίες, συντηρημένη και αυτή. Οι υπόλοιπες, του Αγίου Δημητρίου, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου κατεδαφίστηκαν, αλλά η τελευταία ξαναχτίστηκε πολύ πρόσφατα.
Παράλληλα με τις εκκλησίες αυτές υπήρχαν και πολλά ξωκλήσια, τα περισσότερα από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα:
1. Της Αγίας Παρασκευής
2. Του Αγίου Γεωργίου
3. Της Αγίας Τριάδος
4. Του Αγίου Αθανασίου στο Μεγάλο Μαχαλά
5. Της Αγίας Τριάδος στο Μικρό Μαχαλά

Δεν σώζονται:
1. Του Αγίου Αθανασίου στην τοποθεσία Κούλια
2. Του Αγίου Αθανασίου στη θέση Μεροτόπι

Τα ξωκλήσια αυτά λειτουργούσαν μόνο την ημέρα της εορτής τους, στη διάρκεια της οποίας γινόταν πανηγύρι και δημόσιος χορός, με λαμπρότερο εκείνο του Αγίου Γεωργίου.
Ονομαστή όμως είναι η Ζίτσα για το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, που τόσο έξοχα ύμνησε ο λόρδος Βύρων. Το πότε ακριβώς χτίστηκε δεν είναι γνωστό. Η παράδοση αναφέρει ότι η μονή ιδρύθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή στο λόφο, που βρίσκεται ΒΔ της κωμόπολης και φέρει την ονομασία Αϊλιάς (720 μ) και μεταφέρθηκε, άγνωστο πότε, στη σημερινή του θέση, όπου σώζονται το καθολικό, τμήμα των πετρόκτιστων κελιών και του περιβόλου της με τη μεγάλη, σκεπαστή αυλόπορτα και το καμπαναριό. Το καθολικό έχει σχήμα μονόχωρου ναού μικρών διαστάσεων με πρόσθετο μεταγενέστερο νάρθηκα προς τα δυτικά. Ο κυρίως ναός έχει ανεγερθεί σύμφωνα με δύο εντοιχισμένες επιγραφές στα 1656 και ο νάρθηκας στα 1799, χωρίς να αποκλείεται η περίπτωση να χτίστηκε στη θέση παλιότερου κτίσματος. Οι τοιχογραφίες είναι εντυπωσιακές και εκτείνονται σε επάλληλες οριζόντιες ζώνες, χρονολογείται με την ίδια εσωτερική επιγραφή στα 1657/8 και οφείλεται στους αγιογράφους Ιωάννη, Δημήτριο και Γεώργιο από τη Γράμμοστα.(χωριό της Φλώρινας). Το ίδιο εντυπωσιακό είναι και το επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο φέρει άνθινο διάκοσμο πάνω σε γαλάζιο και βυσσινόχρωμο βάθος. Διασώζει τη σειρά της Μεγάλης Δεήσεως και του Δωδεκαόρτου, τα παλιά βημόθυρα και τις δεσποτικές εικόνες του Αγίου Νικολάου, της Θεοτόκου, του Χριστού- Αρχιερέως και του Προφήτη Ηλία, η τελευταία είναι σπάνιας τέχνης και τη βιβλική μορφή του ολόσωμου αγίου πλαισιώνουν 16 σκηνές από το βίο του πάνω σε χρυσό βάθος. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα χρονολογούνται στα 1800 και είναι έργο των γνωστών ζωγράφων Ιωάννη και Αναγνώστου από το Καπέσοβο Ζαγορίου. Αξιοσημείωτη είναι και η τοιχογραφία με τη μορφή του δωρητή ηγούμενου Γρηγορίου Εξάρχου και οι μοναδικές σκηνές από το συναξάριο του νεομάρτυρα Ιωάννου του εξ Ιωαννίνων (+1526). Το μοναστήρι ήταν ενοριακό με μεγάλη κτηματική περιουσία όχι μόνο στη Ζίτσα και στα Γιάννενα, αλλά και στο εξωτερικό (Ρουμανία, Ρωσία) με τρία αξιόλογα μετόχια, το σημαντικότερο για την τύχη της μονής ήταν εκείνο του Αγίου Ιωάννου στο Βουκουρέστι, που ανήκε στην απόλυτη ιδιοκτησία της και ιδρύθηκε στα 1591 από τον Ανδρέα Λογοθέτη Βεστιάρη και τον αδελφό του Δημήτριο και αφιερώθηκε από τους ίδιους στον Προφήτη Ηλία. Η κακή διαχείριση όμως των οικονομικών της, η απραξία και η αμέλεια των ηγουμένων της, την οδήγησαν σε δεινή οικονομική κατάσταση, την ανάκαμψη της οποίας προσπάθησε να πετύχει ο Μητροπολίτης Ουγγαροβλαχίας Δοσίθεος Φιλίτης. Χάρις στις ενέργειές του το μοναστήρι γίνεται σταυροπηγιακό με σιγίλλιο του πατριάρχη Προκοπίου (1785-89) στα 1787 και παράλληλα συνδέεται με τη Μπαλαναία Σχολή ή σχολή Γκιούμα των Ιωαννίνων. Η μεγάλη όμως προσφορά της έγκειται στον τομέα της παιδείας από τους πρώτους κιόλας αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης, καθώς λειτουργούσε και ως σχολή στην οποία μαθήτευσαν κατά την παράδοση αξιόλογοι άνθρωποι του πνεύματος, όπως ο ζιτσαίος πατριάρχης Ιερεμίας ο Α΄ (1522-1546), επίσης ο εκ Ζίτσης επίσκοπος Δελβίνου Μανασσής (1682-1695), ο Παρθένιος Κατζιούλης (1650-1717) ιερομόναχος και δάσκαλος, ο ιερομόναχος Χρύσανθος , διευθυντής του Γυμνασίου της Μοσχόπολης (1700). κ.α Γύρω στα 1750 περίπου η λειτουργία της σχολής διακόπηκε για άγνωστους λόγους. Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1778, η παρουσία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στη Ζίτσα με τα φλογερά του κηρύγματα άλλαξε την κατάσταση και συνέβαλε στη δημιουργία ενός νέου κέντρου μόρφωσης, του «Δασκαλειού», βορειοανατολικά της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο μεγάλο Μαχαλά. Στα 1813 ο επίσκοπος Μπουζαίου Κωνστάντιος Φιλίτης (1750-1835), θέλοντας να δώσει μεγαλύτερη ώθηση στην εκπαίδευση του τόπου, ίδρυσε εκεί λαμπρό σχολείο , που χτίστηκε κοντά στην εκκλησία των Ταξιαρχών και είχε Δημοτικό με τέσσερις τάξεις και Ελληνικό (Σχολαρχείο) με τρεις και πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη. Το σχολείο αυτό, όπου δίδαξε και ο σπουδαίος δάσκαλος της εποχής Γεώργιος Αίσωπος, το συντηρούσε ο Κωνστάντιος με δικά του σχεδόν έξοδα μέχρι το 1825, που πέθανε ο θείος του, ο πρώην Ουγγροβλαχίας Δοσίθεος Φιλίτης, ο οποίος του κληροδότησε το ποσό των 30 φλ. Το χρόνο, που κατά το 1850 αυξήθηκαν σε 120. Στα 1858 επειδή ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε χτίστηκε καινούργιο σχολείο, το Αλληλοδιδακτικό (το παλιό Δημοτικό και νυν Πνευματικό Κέντρο), που λειτούργησε ως μεικτό μέχρι το 1872, οπότε ιδρύθηκε το Παρθεναγωγείο ή Φιλίτιον από τον ευεργέτη Δημήτριο Κ. Φιλίτη στο σπίτι του, όπου τα κορίτσια, εκτός της στοιχειώδους εκπαίδευσης μάθαιναν και υφαντική. Λειτούργησε εκεί ως το 1905, οπότε και το κτίριο ερειπώθηκε , στη συνέχεια σε διάφορα σπίτια μέχρι το 1923, που το Δημοτικό έγινε μεικτό.
Τα σχολεία αυτά διατηρήθηκαν χάρις σε δωρεές, που κληροδότησαν κι άλλοι ευεργέτες της παιδείας, όπως ο Σίλβεστρος Φιλίτης (1752-1834), αδελφός του Κωνσταντίνου, ο ιερέας Χριστόδουλος Μανούσης (1822), ο Μιχαήλ Τυροκόμος (1832), ο Δημήτριος Ζιτσαίος (182301897), που θεωρείται και ο μεγαλύτερος ευεργέτης της κωμόπολης, ο Παναγιώτης Ζέρβας (1861), ο Αναστάσιος Γουδίνος (1868), ο Αναστάσιος Φιλίτης (1884) (θείος του Δημητρίου) κ.α. Από τους πόρους δε των κληροδοτημάτων των Δημητρίου και Αναστασίου Φιλίτη και Αναστασίου Γουδίνου πληρώνονταν οι μισθοί των δασκάλων και μοιράζονταν στους μαθητές δωρεάν βιβλία και γραφική ύλη. Στα 1939 άρχισε να χτίζεται με δαπάνη των κληροδοτημάτων αυτών το νέο κτίριο του Δημοτικού Σχολείου, το οποίο αποπερατώθηκε μετά τον πόλεμο με έξοδα του κράτους. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε και να συστεγαστεί και η Αστική Σχολή (ημιγυμνάσιο), όπως είχε μετονομαστεί το ελληνικό σχολείο, καθώς το κτίριό του είχε ερειπωθεί και είχε στεγασθεί στην οικία «Σακκά» από το 1935 έως το 1940. Τελικά το καινούργιο σχολείο λειτούργησε και λειτουργεί ως Δημοτικό και Νηπιαγωγείο, ενώ το ημιγυμνάσιο άρχισε τελικά να λειτουργεί είκοσι περίπου χρόνια μετά και να στεγάζεται σε διάφορα σπίτια μέχρι την ανέγερση του σημερινού κτιριακού συγκροτήματος, που το στεγάζει μαζί με το Λύκειο.
Στα σχολεία της Ζίτσας, μαθήτευσαν σπουδαίοι άνδρες, όπως ο γιατρός Δημήτριος Νικολίδης, συνεργάτης και συμμάρτυρας του Ρήγα Φερραίου, οι διακριθέντες στην ηγεμονία της Βλαχίας, Χριστόδουλος Μπουτάτης, ανώτατος στρατιωτικός, Γεώργιος Κοντολώλης, αυλικός, Νικόλαος Μπουτάτης, γιατρός, Δημήτριος Ζιτσαίος, γιατρός, ο Μιχαήλ Τσέτσης (1825-1898) , καθηγητής φιλοσοφίας στην Αθήνα, ο Μιχαήλ Χρυσοχόος (1834-1921), χαρτογράφος, η Αμαλία Παπασταύρου (1842-1932), δασκάλα- συγγραφέας και αδελφή του προηγούμενου, ο Νικόλαος Εμμανουήλ (1860-1928), μηχανικός- δασολόγος, η Χρυσάνθη Ζιτσαία (1903-1995), διακεκριμένη ποιήτρια, ο χαράκτης Χρήστος Δαγκλής (1916-1991), ο Κώστας Μαλάμος, από τους μεγαλύτερους εν ζωή νεοέλληνες ζωγράφους, πολλοί γιατροί, φαρμακοποιοί, εκπαιδευτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι και επιχειρηματίες. Επιπλέον, πολλοί από αυτούς διατήρησαν μέχρι τις μέρες μας την καλή συνήθεια της ευεργεσίας, που είχαν οι παλιότεροι και συνέχισαν να συνεισφέρουν στον τόπο τους μεγάλα ποσά, με προεξέχοντες τον επιχειρηματία κ . Αθανάσιο Βαδόκα ( Καλλιθέα και Δημαρχείο) την κ. Καλλιρρόη Ματσάγκα- Γύρα (μεγάλες δωρεές στο Γύρειο, οικοδόμηση παρεκκλησίου Αγίου Νικολάου , αίθουσας τελετών νεκροταφείου Αγίας Παρασκευής και βρύσης στην πλατεία ) και τους αείμνηστους γιατρούς Γεώργιο Γύρα (Γύρειο Ίδρυμα, κληροδότημα Ελένης & Γεωργίου Γύρα) και Ιωάννη Παπαπέτρου (ποικίλα έργα κοινής ωφέλειας), το έργο του τελευταίου συνεχίζει με επιτυχία η σύζυγός του κ. Κατίνα Παπαπέτρου.
Η ανάπτυξη της παιδείας συμβαδίζει με την εν γένει ανάπτυξη της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης μιας περιοχής. Στην περίπτωση της Ζίτσας η αναβάθμιση αυτή άρχισε σιγά – σιγά από τον 17ο κιόλας αιώνα, χάρις στις σχέσεις της μονής του Προφήτη Ηλία με τα μετόχια του στη Ρουμανία, που δέχονταν αρχικά καλογέρους και αργότερα νέους για σπουδές, βοηθώντας να αναδειχτούν κοινωνικά και οικονομικά συντοπίτες ξενιτεμένοι, ορισμένοι από τους οποίους κατάφεραν να πάρουν εξέχουσες κρατικές θέσεις κα να βοηθήσουν στη συνέχεια τον τόπο τους. Παράλληλα, η τοπική κοινωνία, αγροτική περισσότερο και λιγότερο κτηνοτροφική, όπου κορύφωση της παραγωγικής δραστηριότητας αποτελούσε και αποτελεί η αμπελοκαλλιέργεια, αποζούσε από την εμπορία των περίφημων κρασιών της, φημισμένων σε όλη την Ήπειρο, αλλά και ευρύτερα, χάρις στον περιηγητισμό. Επιπλέον η απουσία του τουρκικού στοιχείου με τη διατήρηση του καθεστώτος του ελευθεροχωρίου, που άφηνε κάποια περιθώρια ανάπτυξης, η προοδευτική εξέλιξη της κωμόπολης, στοιχείο ιδιαίτερα διακριτό στον τρόπο δόμησης και στο είδος των κατοικιών, καθώς και στον πλούτο των κοσμημάτων της γυναικείας φορεσιάς και η εκπαίδευση των κατοίκων της, συνέβαλαν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου, που ήταν αρκετά υψηλό σε σχέση με άλλες περιοχές, και στη διασφάλιση της ελληνικότητας , της θρησκείας , της γλώσσας και των ποικίλων ηθών και εθίμων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: