Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2005

ΠΡΩΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Τετάρτη,6 Δεκεμβρίου 2005


Άνοιξε τα μάτια νυσταγμένη ακόμα και το θαμπό βλέμμα της καρφώθηκε στο ταβάνι. Πάντοτε στο ίδιο ράγισμα· σχεδόν πάνω από το σημείο που ακουμπά το κεφάλι της όταν πέφτει στο κρεβάτι για ύπνο και λιγάκι πιο πέρα ένας λεκές πρασινωπής υγρασίας .Έσταζε καμιά φορά, σκέφτηκε, όταν πρωτοήρθε σε αυτό το σπίτι. Από τότε είχε περάσει καιρός. Θυμήθηκε πόσο ενοχλητικό της είχε φανεί στην αρχή, όταν μετακόμισε σε αυτό το σπίτι, να πέφτουν πάνω της παγωμένες σταγόνες υγρασίας τα χειμωνιάτικα πρωινά. Με τον καιρό όμως το συνήθισε και έκτοτε ούτε που έδινε σημασία. Ξαφνικά .

χτύπησαν την πόρτα της, πράγμα που την ξύπνησε οριστικά. Δε σηκώθηκε. Εκείνο το πρωινό ένιωθε ένα παράξενο αίσθημα να έχει ξυπνήσει μαζί της. Σκέφτηκε «έτσι είναι οι άνθρωποι· πολλά πρωινά της ζωής τους ξυπνούν με απροσδόκητα αισθήματα· τι σημασία θα μπορούσαν να έχουν;». Εν τω μεταξύ δεν άνοιξε ούτε ρώτησε ποιος ήταν· η αλήθεια είναι πως –σχεδόν αυτοματικά- ούτε ενδιαφέρθηκε. Ατένισε για λίγη ώρα ακόμη τις ισχνές ρυτίδες του ταβανιού και έπειτα σηκώθηκε από το κρεβάτι με μια αργή, παραπαίουσα κίνηση και πλησίασε το παράθυρο. Έριξε μια αφηρημένη ματιά έξω χωρίς να παρατηρήσει τίποτε το συγκεκριμένο. Αμέσως μετά ντύθηκε βιαστικά και χωρίς να σκεφτεί το λόγο βγήκε στο δρόμο.
Έφτασε στο γραφείο σχεδόν στην ώρα της, αν και όχι εσκεμμένα. Είπε «Καλημέρα» στον άνδρα που δούλευε στο διπλανό γραφείο και αμέσως έπιασε δουλειά με την πλάτη γυρισμένη στο παράθυρο. Συμπλήρωσε μια στοίβα έγγραφα που της είχαν μείνει από την προηγούμενη μέρα και όταν τελείωσε έστρεψε το πρόσωπό της έξω. Μόλις που πρόλαβε να αισθανθεί το φως του ήλιου να της ζεσταίνει τα μάτια, όταν μπήκε ένας άγνωστος άνδρας και την πληροφόρησε στα πεταχτά πως σε δέκα λεπτά στο γραφείο 213 θα άρχιζε το σεμινάριο εκμάθησης χρήσης των υπολογιστών τελευταίας τεχνολογίας που είχε προμηθευτεί πριν λίγες ημέρες η εταιρία. Παρόλο που εργαζόταν αρκετό καιρό στην εταιρία δεν είχε ιδέα που βρισκόταν το γραφείο 213. Σηκώθηκε, λοιπόν, αμέσως και κατευθύνθηκε προς το διάδρομο όπου μόλις είχε πιάσει το βλέμμα της κάποιους συναδέλφους της να περνούν. Τους ακολούθησε και για καλή της τύχη πήγαιναν και εκείνοι στο γραφείο 213. Εξάλλου ήταν νωρίς ακόμη και προφανώς κανείς δε σουλατσάρει άσκοπα στους διαδρόμους των κεντρικών γραφείων μιας πολυεθνικής εταιρίας.
Το γραφείο 213 βρισκόταν στο υπόγειο. Ήταν κάπως νωπά και σκοτεινά αλλά ευρύχωρα. Αμέσως φάνηκε πως θα τους δίδασκε ο άγνωστος άνδρας, γιατί τους ζήτησε να περάσουν και να δηλώσουν τα ατομικά τους στοιχεία στον βοηθό υπολογιστή του που είχε εγκαταστήσει σε μια γωνιά της αίθουσας. Σε λίγο το μάθημα άρχισε. Εκείνη παρακολουθούσε με αδιαφορία, μα ούτως ή άλλως ήταν εισαγωγικό μάθημα και όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις τελείωσε σύντομα. Από όσα άκουσε (οι μέθοδοι διδασκαλίας ακόμα και σε μια εταιρία παγκόσμιου βεληνεκούς παρέμειναν απαρχαιωμένες παρά την επιβεβλημένη από καιρό απαίτηση για ταχύτητα και αποδοτικότητα) δε θυμόταν πολλά, ο άνδρας όμως ήταν αναμφισβήτητα όμορφος· γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Στο ασανσέρ κοίταζε τον εαυτό της στον καθρέφτη. «Είσαι όμορφη» της είπε ο άνδρας του διπλανού γραφείου που ανέβαινε μαζί της. «Ναι.» απάντησε.
Όταν έφτασαν στο γραφείο, του ζήτησε τη βοήθειά του. «Θα γυρίσουμε το γραφείο μου να κοιτάζει προς το παράθυρο.» «Γιατί;» ρώτησε απορημένος. «Δε νομίζω πως επιτρέπεται» συμπλήρωσε διστακτικά. «Γιατί όχι;» τον ρώτησε εκείνη. Ο άνδρας σήκωσε βαριεστημένα τους ώμους τους. «Εντάξει, ας το σηκώσουμε.»
Όμως η μετατόπιση του γραφείου δεν είχε και μεγάλη σημασία τελικά. Μετά από λίγες ώρες ούτε που θυμόταν πώς έμοιαζε το γραφείο στην αρχική του θέση. Ούτε που της έκανε καμιά αίσθηση η διαφορά με τα άλλα γραφεία. Απλώς συνέχιζε τη δουλειά της… Κάποια στιγμή λίγο πριν τελειώσει η βάρδια της μπήκε ο προϊστάμενος. «Θα σας παρακαλούσα να επανέλθει το γραφείο στην αρχική του θέση.» Ο άνδρας του διπλανού γραφείου τη βοήθησε για άλλη μια φορά.
Όταν βγήκε στο δρόμο είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Κάθε φορά που σχολούσε έκανε την ίδια διαδρομή από την εταιρία στο σπίτι της όμως σήμερα για πρώτη φορά αναρωτήθηκε τη διάρκειά της. Έπειτα απόρησε πως έφτανε στην ώρα της για τη δουλειά τα πρωινά παρόλο που ποτέ δεν είχε υπολογίσει την απόσταση. Το σκέφτηκε λίγο, γρήγορα όμως οι απορίες έσβησαν στη σκέψη της και συνέχισε το δρόμο της με σταθερό βηματισμό για το σπίτι.
Ίσως έτσι να ‘ταν από πάντα. Δεν σκεφτόταν πολύ και στις απορίες της έδινε συχνά αόριστες απαντήσεις του τύπου «έτσι είναι τα πράγματα», «έτσι είναι οι άνθρωποι», «έτσι είναι η ζωή», που στο μυαλό της φάνταζαν ξεκάθαρες και σίγουρα αληθινές.
Έφτασε στο σπίτι· έβγαλε τα παπούτσια της και έκατσε στο κρεβάτι. Σκέφτηκε πως θα ήταν όμορφα να έβλεπε από το παράθυρό της θάλασσα. Γύρισε το βλέμμα της και αντί για θάλασσα διέκρινε τα φώτα κατά μήκος του δρόμου και σκηνές από τη ζωή των διαμερισμάτων της απέναντι πολυκατοικίας. Και τι μ’ αυτό; Δε μπορούσε καν να υπολογίσει προς τα που έπεφτε η θάλασσα. Ξάπλωσε με τα ρούχα και ξαφνικά της ήρθε η επιθυμία να αναπολήσει το παρελθόν. Δίσταζε όμως. Ένιωθε κάτι να την εμποδίζει και με δυσκολία κατάφερε να ανασύρει μια δυο αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία, τότε που ζούσαν ακόμη οι γονείς της και την πήγαιναν τις Κυριακές στο πάρκο με τα φυλλοβόλα δέντρα και τη λίμνη που πάγωνε το χειμώνα. Θυμήθηκε ακόμη τη βιβλιοθήκη του γείτονά τους που της φαινόταν τότε πολύ ψηλός και που η μοναχικότητά του σχολιαζόταν συχνά με δυσπιστία· την καλούσε καμιά φορά τα απογεύματα για να της διαβάζει βιβλία. Τι απέγινε όμως αυτός ο ιδιόρρυθμος κύριος δε μπορούσε να θυμηθεί· δεν προσπάθησε κιόλας. Ήταν μάλλον κουρασμένη κι έτσι αποκοιμήθηκε χωρίς να ξεντυθεί.
Ξύπνησε το πρωί και αντίκρισε καταρχήν το ταβάνι. Για μια στιγμή κοίταξε έξω από το παράθυρο, απέναντι από το κρεβάτι της. Πήρε μια βαριεστημένη ανάσα και σηκώθηκε. Σκέφτηκε πως στη ζωή της ως τώρα δεν είχε κάνει τον κόπο να παλέψει για τίποτα. Τότε, αναρωτήθηκε, πώς γνώριζε την ιδέα της πάλης; Και αυτή η περίεργη σκέψη τώρα τι σήμαινε; Προς στιγμή παραξενεύτηκε μα έπειτα ντύθηκε κι έφυγε για τη δουλειά της. Στην είσοδο της εταιρίας αντάμωσε τον όμορφο άνδρα. «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε μεμιάς και της ζήτησε να βγούνε μαζί το βράδυ. Του απάντησε «ναι, ευχαρίστως» μα ξανασκέφτηκε το ραντεβού μόνο την ώρα που γυρνούσε σπίτι μετά τη δουλειά.
Συναντηθήκανε στην πλατεία με το σιντριβάνι χωρίς νερό και κατηφορίσανε τη λεωφόρο με τα ψηλά δέντρα. Της έπιασε το χέρι και μιλούσε περισσότερο εκείνος. Αυτή απλώς τον άκουγε με χαλαρή προσοχή ενώ ταυτόχρονα μετρούσε τα δέντρα που άφηναν πίσω τους καθώς προχωρούσαν. Στην επιστροφή την πήγε ως το σπίτι και ανέβηκε μαζί της. Το βράδυ έκαναν έρωτα και κοιμήθηκαν μαζί.
Όταν ξύπνησε, το πρωί, της ήρθε στο νου η ανάμνηση ενός βιβλίου που της είχε διαβάσει κάποτε ο μυστήριος γείτονας. Έκανε λόγο για έναν άνδρα που είχε σκοτώσει κάποιον στην παραλία μια μέρα του καλοκαιριού με αφόρητη ζέστη. Στην ανάμνηση αυτού του βιβλίου ξύπνησε μέσα της με έναν απροσδόκητο πόνο η εικόνα του πατέρα της να κάθεται στο μπαλκόνι τα απογεύματα και να ατενίζει απορροφημένος πέρα από τα κάγκελα χωρίς να λέει ποτέ ούτε μια κουβέντα. Μα όχι˙ κάποια φορά, εκεί στο μπαλκόνι, καθώς είχε στριμώξει το πρόσωπό της ανάμεσα στα κάγκελα παρακολουθώντας μια παρέα να παίζει κρυφτό, ο πατέρας της της είχε πει με ύφος σοβαρό «Τώρα πια, με αψεγάδιαστη βεβαιότητα μπορώ να συμπεράνω, τίποτα δε γνωρίζουμε ξεκάθαρα για τις αιτίες κανενός πράγματος». Ο πατέρας της υπήρξε στη νιότη του γενετιστής, η αποκάλυψη, όμως, της συμμετοχής του σε ένα πρόγραμμα κλωνοποίησης ανθρώπου, που χρηματοδοτούνταν από μία εδραιωμένη εταιρία φαρμακοβιομηχανίας, σήμανε το πρόωρο τέλος της καριέρας του. Κατά τα γραφόμενα μετά τις αποκαλύψεις στον τύπο, δε διαφαινόταν και λαμπρή... Η παραδειγματική αποπομπή του από την επιστημονική κοινότητα, προς κατευνασμό της εξαγριωμένης με την αποκάλυψη των πειραμάτων κοινής γνώμης, σε μια εποχή που οι προθέσεις της γενετικής αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία, ήταν μάλλον αναπόφευκτη. Γιατί της ήρθαν στο μυαλό τώρα αυτό το βιβλίο και ο πατέρας της; Κι ο άνδρας που κοιμόταν ακόμη πλάι της; Σκέφτηκε πως στη ζωή της δεν αναρωτιόταν παρά σπάνια γιατί συμβαίνουν όσα ζούσε. Κι όταν το έκανε έδινε γρήγορες σύντομες απαντήσεις που στην πραγματικότητα δεν επιχειρούσαν να απαντήσουν για το νόημα των πραγμάτων παρά αποτελούσαν ανώδυνες υπεκφυγές για τη σκέψη. Πώς έγινε κι έμαθε να συμπεριφέρεται έτσι; Πώς αλλιώς θα μπορούσε να σκέφτεται; Σε λίγο ένιωθε δυσφορία. Ξύπνησε τον άνδρα δίπλα της και του πρότεινε να πάνε μια βόλτα με το τρένο κάπου πιο πέρα από το μέρος όπου ζούσαν. Του φάνηκε ωραία ιδέα και σηκώθηκε από το κρεβάτι, αφού τη φίλησε για λίγη ώρα στο στόμα.
Όσο ταξίδευαν με το τρένο ένιωθε μουδιασμένη και την αναπνοή της ανεπαίσθητη. Ένιωθε σα να είχε ξυπνήσει απότομα από κάποιο όνειρο στη διάρκεια ενός βαθύ ύπνου. Δε θυμόταν και ίσως δε γνώριζε κιόλας με ποιο τρόπο είχε πέσει σε αυτό το λήθαργο ούτε για ποιους λόγους. Καθώς ο άνδρας δίπλα της την αγκάλιαζε απαλά σκεφτόταν πως ίσως δεν είχε και πολλή σημασία. Ίσως σε ό,τι συνέβη μεταξύ τους οφείλονταν οι τωρινές της σκέψεις, ίσως στη βόλτα τους στη λεωφόρο με τα ψηλά δέντρα, ίσως στη νύχτα που πέρασαν μαζί, ίσως απ’ την άλλη το παρελθόν δεν είχε και πολύ σημασία. Σκεφτόταν πως τώρα ήταν η στιγμή να αρχίσει να ζει. Να ζει έχοντας συνείδηση της εμπειρίας και ακόμα με κάποιο ενθουσιασμό για τη ζωή. Αυτές οι σκέψεις τη γέμιζαν ζεστασιά ή μπορεί κιόλας να ήταν ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο του κουπέ τους. Πάντως το ένιωθε στ’ αλήθεια κι επιπλέον είχε τη συναίσθηση του βιώματός της. Ναι, με αυτόν τον άνδρα δίπλα της όλα θα ήταν πιο όμορφα, πιο αισθαντικά, πιο φυσικά. Σε αυτόν χρωστούσε το «ξύπνημά» της –ήταν βέβαιη πια- και με αυτόν θα ζούσε από εδώ και πέρα τη ζωή της. Αυτός θα ήταν εκεί, στο πλάι της, και θα μοιράζονταν μαζί τέτοιες πρωτόγνωρες εμπειρίες. Ένιωθε ανακουφισμένη κι αισιόδοξη.
Από την άλλη ο άνδρας πλάι της σκεφτόταν κι αυτός τα δικά του. Είχε μείνει καιρό άνεργος κι η δουλειά που του έδωσαν τώρα στην εταιρία - έστω και προσωρινή- δεν ήταν μικρή υπόθεση. Ούτε που ήθελε να σκέφτεται τι θα έκανε μετά το πέρας των σεμιναρίων. Δε βαριέσαι, σκεφτόταν, κάτι θα βρισκόταν. Δε θα βρισκόταν; Κι η γυναίκα δίπλα του; Ήταν όμορφη. Της χάιδευε απαλά τον ώμο καθώς την αγκάλιαζε και σκεφτόταν: « Βαρέθηκα τους ανθρώπους που ψάχνουν να βρουν στους άλλους το νόημα της δικής τους ζωής. Ενώ η κοπέλα αυτή…Επιτέλους μια γυναίκα που δε ζητά να βασίσει τη ζωή της πάνω μου».">


LOLA


zitsa



free webpage hit counter

Δεν υπάρχουν σχόλια: